Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον


Παλεύει γρυλίζοντας να λύσει τα δεμένα χέρια της ενώ βρίζει και καταριέται τον άντρα που τη σέρνει. Δεν κατάλαβε πως τα κατάφερε και την έπιασε.
 Σταματά απότομα στρέφεται προς το μέρος της και τη χαστουκίζει «Πάψε γιατί η μοίρα σου θα αλλάξει και θα φροντίσω να είναι πολύ άσχημη». Τον κοιτάζει μέσα στα μάτια με όση δύναμη της έχει απομείνει. Τόσα χρόνια ήταν ελεύθερη και δεν είναι πρόθυμη να παραδοθεί αναίμακτα «Ξέρεις καλά όπως κι εγώ πως θα είμαι άχρηστη αν με σακατέψεις».
 Γρυλίζει εκνευρισμένος όμως ξέρει πως έχει δίκιο, προχωρά εξίσου απότομα και τη σέρνει από την αλυσίδα γύρω από το λαιμό της. Αναζητούσε πολύ καιρό ένα κορίτσι τόσο ιδιαίτερο για το πουλήσει. Τη κοιτάζει διακριτικά ενώ τσακώνεται παθιασμένα με τα δεσμά της. Αυτή ναι, είναι διαφορετική, σκέφτεται και χαμογελά πονηρά καθώς του ήταν τόσο εύκολο. «Τα φρούτα που έφαγες φέρνουν υπνηλία και ενίοτε θάνατο σε μεγάλες δόσεις. Έτσι κατάφερα να σε πιάσω. Όμως μάταια μελανιάζεις τα όμορφα χέρια σου. Και πίστεψε με θα τα έχεις ανάγκη.»
Προσπαθεί να σταματήσει για να τον κάνει να τη κοιτάξει χωρίς καμιά επιτυχία όμως. Αντίθετα παραλίγο να χάσει την ισορροπία της, «Θα δραπετεύσω όπου κι αν με πας κι εσύ θα χάσεις το κεφάλι σου γι αυτό. Δεν έχεις ιδέα με ποια τα έχεις βάλει. Κανείς δεν σας δεν ξέρει με ποια έχετε να κάνετε.»
 Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τις απειλές της καθώς έντρομη αντικρίζει το γνώριμο εκείνο κάστρο. Ουρλιάζει μέσα στο κεφάλι της όχι, όχι δεν είναι δυνατόν. Ήταν σίγουρη πως είχε πέσει, εξάλλου ήταν παρούσα όταν το παρελθόν πέθαινε μπροστά στα μάτια της.
Ο κουκουλοφόρος σταματά και σφυρά με όλη του τη δύναμη. Για μια στιγμή εμφανίζεται μια φιγούρα και αμέσως ανοίγουν οι πύλες.
Λες και τίποτα δεν άλλαξε, μπροστά από τα μάτια της περνούν οι εικόνες σαν να τη περιγελούν.
Οι βαριές σκαλιστές ξύλινες πόρτες ανοίγουν σαν δυο γίγαντες που αγκαλιάζουν τους πέτρινους τοίχους, η πόλη μέσα γεμάτη ζωή και φωνές, μουσική, γέλια έμποροι που κράζουν τη πραμάτεια τους ενώ πάνω οι πύργοι γεμάτοι φύλακες και δάδες που δεν σβήνουν ποτέ.
Ανάμεσα στα παράθυρα διακρίνει πέπλα να πλέουν καθώς οι σκλάβοι δεν σταματούν ποτέ να υπηρετούν.
 Τη τραβά απαλά σχεδόν με τρυφερότητα και με το κεφάλι της σκυμμένο μπαίνουν μέσα. Ευγνωμονεί τους γονείς της για τα πλούσια μαλλιά της και τον άντρα που δεν της τα έδεσε κι έτσι κρύβει το δάγκωμα των χειλιών της και τα δάκρυα στα μάτια της.
Ακούει να χτυπά μια πόρτα, να μουρμουρά κάτι ακαταλαβίστικο, έκπληκτη συνειδητοποιεί πως δεν έχει ξεχάσει τη γλώσσα και μπαίνουν μέσα σ ένα σκοτεινό δωμάτιο.
 Ξαφνικά οι δαυλοί ανάβουν και φωτίζεται ο χώρος. Κοιτάζει γύρω της, όλα τόσο ίδια μα και τόσο διαφορετικά, τότε αντιλαμβάνεται πως τα χρώματα και τα εμβλήματα δεν τα αναγνωρίζει. Ώστε λοιπόν κυριαρχεί νέος βασιλιάς, έπρεπε να το περιμένει.
 Ανοίγουν οι πόρτες της μεγάλης σάλας και μια νεαρή κοπέλα πλησιάζει. Τα κόκκινα πέπλα της χορεύουν προδίδοντας την εμπειρία της, πλησιάζει και χωρίς να κοιτάξει τον άντρα παίρνει από το χέρι του την αλυσίδα. Νιώθει το χαμόγελο της ζεστό και τρυφερό, λέει κάτι και απλά νεύει.
 Της ανασηκώνει το κεφάλι, σκουπίζει τα δάκρυα της και τη φιλά απαλά στο μέτωπο. Καθώς την αποδεσμεύει, τη τραβά από το χέρι και κατευθύνονται σε ένα φωτεινό δωμάτιο. «Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Καλώς ήρθες αδερφή. Αν και από τα απομεινάρια που σκεπάζουν το κορμί σου μάλλον ήσουν καιρό αδέσποτη.» Τη κοιτάζει καχύποπτα αν και το κολάρο γύρω από το λαιμό της και το βλέμμα της μάλλον θα έλεγε κανείς πως ζηλεύει «Χρόνια θα έλεγα αν και η μοίρα μου τα γύρισε απότομα. Τι έγινε εδώ; Μπορώ να μάθω Ποιος κυριαρχεί αυτό το βασίλειο;» Της χαμογελά αινιγματικά «Όλα στην ώρα τους αδερφή μου. Πρώτα όμως πρέπει να πλυθείς και να φορέσεις καθαρά ρούχα κι έπειτα θα γνωρίσεις το βασιλιά.» Φεύγει και την αφήνει μόνη να ετοιμαστεί.
 Απορημένη επεξεργάζεται το δωμάτιο. Τι περίεργο άλλοτε θα την έπλεναν με το ζόρι, θα την έντυναν και θα την οδηγούσαν για να παρουσιαστεί. Ανατριχιάζει στην ανάμνηση αυτή. Όμως τώρα όλα είναι αλλιώτικα. Βαριές κόκκινες κουρτίνες κεντητές με χρυσές κλωστές, χρωματιστά μαξιλάρια και λευκές γούνες απλωμένες  πάνω σε παχιά απαλά χαλιά.  Μια τεράστια μαρμαρένια λεκάνη στη μέση γεμάτη ζεστό νερό αρωματισμένο, τι γλυκά αρώματα που πλημμυρίζουν τα πνευμόνια της και δίπλα ακριβώς ένα μικρό σκαμπό που πάνω του είναι διπλωμένο ένα μαύρο πέπλο. Μπαίνει μέσα στο ζεστό νερό και απολαμβάνει το μπάνιο της χωρίς να χάνει την εγρήγορση της. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ξανά η ίδια κοπέλα «Ελπίζω να πέτυχα τη θερμοκρασία. Ήρθα να σε βοηθήσω να ετοιμαστείς, δεν έχουμε πολύ χρόνο.» Της νεύει απαλά, ένα κοινό συναίσθημα τις ενώνει, αυτή η στιγμή που πρέπει να προσφέρουν όλο τους τον εαυτό για να έχουν το δικαίωμα να ανασαίνουν. Τη τρίβει και τη ξεπλένει προσεκτικά ώστε να μην της μείνει ούτε κόκκος σκόνης ή λάσπη πάνω της. Τη βοηθά να βγει από το νερό, τη σκουπίζει και τυλίγει γύρω της το ημιδιάφανες ύφασμα «Με λένε Άκνα. Κι απ ότι κρίνω ξέρεις πως το όνομα σου θα παύει να υπάρχει αν το θελήσει Εκείνος.»
 Τη κοιτάζει για μια στιγμή όλο αγωνία μα πριν προλάβει να της πει τίποτα κατευθύνεται προς τη σάλα χωρίς να τη περιμένει. Μέσα στην απόλυτη ησυχία μόνο τα βήματα τους και ο ήχος από τα κουδουνάκια στο καρπό της ηχούν. Η πόρτα ανοίγει και η Άκνα μπαίνει πρώτη, προσκυνά μπροστά Στον Άνδρα που καθόταν στο θρόνο και μιλά ξανά αυτή την οικεία γλώσσα.
 Ανασηκώνεται και της κάνει νόημα να μπει. Τρέμει ολόκληρη, κάθε της βήμα τρεκλίζει, παίρνει βαθειά ανάσα και προσκυνά μπροστά στο βασιλιά, Κάποιον της θυμίζει η φιγούρα Του, εκείνα τα σκοτεινά μάτια, όμως η μνήμη της παίζει παιχνίδια και δεν τη βοηθά. Της μιλάει, νιώθει ήρεμη, γαλήνια. Ακούει να τη πλησιάζει, και τη προστάζει να σηκωθεί. Ανασηκώνει το χαμηλωμένο της κεφάλι και της χαμογελά καθώς αναζητά το βλέμμα της. Τα μάτια Του κρύβουν ζεστασιά και πριν προλάβει να αντιδράσει όπως είχε μάθει, τη φιλά. Ένα απαλό μακρόσυρτο φιλί που τη καίει κι έτσι λιποθυμά και όλα γύρω της σκοτεινιάζουν.


 Ανοίγει τα μάτια της αργά καθώς νιώθει το κεφάλι της έτοιμο να σπάσει. Βογκά και ακουμπά απαλά το καρούμπαλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Μέσα στο μισοσκόταδο διακρίνει πως δεν είναι κλεισμένη μέσα σε κάποιο κελί. Τότε όμως συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Τα πόδια και τα χέρια της είναι αλυσοδεμένα και καταλήγει η αλυσίδα σε ένα κρίκο στο πάτωμα. Χαμογελά σαρκαστικά καθώς αναγνωρίζει το δωμάτιο, τη θέση της ανάμεσα στις λευκές γούνες και τη γνώριμη, παγωμένη σιγουριά πως δεν μπορεί να δραπετεύσει. Τουλάχιστον δεν της αφαίρεσαν το πέπλο της ακόμα.
 Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει Εκείνος. Ανάβει ένα ένα τα κεριά της κρεβατοκάμαρας Του με ένα αργό τελετουργικό τρόπο. Τη κοιτάζει και της χαμογελά απαλά. Κάτι της λέει όμως μάταια, έζησε ελεύθερη για πολύ καιρό και ξέχασε σχεδόν τα πάντα. Σκύβει και ελέγχει τις βαριές σιδερένιες χειροπέδες στα χέρια και τα πόδια της μήπως της άφησαν σημάδια.
Ακίνητη προσπαθεί να κατευνάσει τους χτύπους της καρδιάς της καθώς θυμάται το λόγο που πονά το κεφάλι της. Μεθυσμένη κοιτάζει τα χείλη Του, ναι τη κοίταξε μέσα στα μάτια και τη φίλησε. «Δεν γνωρίζει αυτό το κορίτσι αν το καταλαβαίνει Ο Αφέντης, όμως οφείλει να Σας πει πως έχει ξεχάσει τη Gorean γλώσσα». Ανασηκώνει το κεφάλι Του και τη κοιτάζει Σοβαρός.
 Βγαίνει έξω και την αφήνει μόνη γεμάτη ερωτήματα. Τι έκανε τόσο λάθος;!
Και Ποιος είναι αυτός Ο Μυστήριος Άντρας; Χαϊδεύει απορροφημένη από τις σκέψεις της το πονεμένο της κεφάλι και δεν προσέχει πως κάποιος μπήκε ξανά μέσα. «Τι ανόητη που είσαι. Πως τόλμησες να μιλήσεις έτσι αυθαίρετα και πόσο μάλλον πριν σου πω πρώτα κάποια πράγματα». Κοιτάζει την Άκνα αδιάφορα «Έπαψα εδώ και καιρό να με νοιάζουν οι κανόνες και οι νόμοι και όλα αυτά», δείχνει τα χέρια της «Κανονικά δεν θα έπρεπε καν να βρίσκομαι εδώ αλλά δεν ήμουν προσεχτική οπότε καλά να πάθω». Κουλουριάζεται πάνω στη μαλακή γούνα και κρύβεται ανάμεσα στα μπράτσα της για να κρύψει τη ταραχή και τα δάκρυα της.
Ανάθεμα το παιχνίδι που της παίζει η μοίρα. Η Άκνα απτόητη κάθεται δίπλα της και χαϊδεύει τη πλάτη της παρηγορητικά «Κατά βάθος, πίστεψε με, Του αρέσεις πολύ. Δεν θα σου κάνει κακό. Μην Τον υποτιμάς, καταλαβαίνει πολλά περισσότερα απ' αυτά που δείχνει .»
 Ανασηκώνεται και αναστενάζει παραιτημένη «Εγώ όμως τι φταίω; Εγώ ήθελα να ζήσω επιτέλους ελεύθερη. Πάλεψα σκληρά και φόρεσα τη πιο άσχημη μάσκα για να λυτρωθώ απ’ αυτό το κόσμο.» Της χαμογελά όπως μια μητέρα που ακούει το παιδί της να μιλά χωρίς να προσέχει τι του λένε «Δώσε έστω μια ευκαιρία. Σε όλους μας και πάνω απ’ όλα σε εσένα. Όπως είπες κι εσύ να λυτρωθείς από τον κόσμο ήθελες, όχι όμως να απαρνηθείς αυτή που είσαι. Σκέψου καλά τα λόγια μου και αποφασίζεις στη πορεία». Την αφήνει μόνη μέσα στα σκοτάδια σβήνοντας τα κεριά και έτσι με το φως της σελήνης να τρυπώνει μέσα από το τζάμι και το καπνό των κεριών να χορεύει, αποκοιμιέται χωρίς να ξέρει τι θα αντιμετωπίσει στο νέο μονοπάτι της ζωής της.
 Ο ύπνος της όμως είναι ταραγμένος καθώς τα όνειρα της παίζουν κρυφτό με το παρελθόν της. Τινάζεται λαχανιασμένη ενώ τα μακριά σγουρά μαλλιά της έχουν κολλήσει πάνω της λουσμένη στον ιδρώτα. Τρίβει το μέτωπο της μουγκρίζοντας εκνευρισμένη ενώ το μυαλό της προσπαθεί , πυρετωδώς, να θυμηθεί τι είδε.


 Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει ξανά και μπαίνει Εκείνος. Της χαμογελά και αφήνει μπροστά της ένα μαύρο ύφασμα «Θα σε λύσω και θα πας να βρεις τις αδερφές σου. Αυτό κάποτε προοριζόταν για εσένα». Τον κοιτάζει προκλητικά προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις Του. «Ποιος είσαι;». Της λύνει τις αλυσίδες και φεύγει ξανά σιγομουρμουρίζοντας ένα σκοπό που της είναι για κάποιο λόγο γνώριμος σχεδόν οικείος. Αγκαλιάζει ενστικτωδώς το μαύρο απαλό ύφασμα και τρέχει στους διαδρόμους αναζητώντας το δωμάτιο που είναι όλα τα κορίτσια του κάστρου.
  Η Άκνα τη περίμενε ανάμεσα στις σκιές και πριν προλάβει να τη προσπεράσει την αρπάζει, ξαφνιασμένη της ξεφεύγει μια κραυγή. «Σςςς, εγώ είμαι. Έλα μαζί μου, θα μοιραστείς το ίδιο δωμάτιο μ’ εμένα».
Την αγκαλιάζει σφιχτά μπερδεμένη και ξέρει πως μόνο εκείνη μπορεί να τη καταλάβει πλέον. Είναι κορίτσια του κάστρου και είναι η αδερφή της.
                                                                                                                      


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μια αθάνατη ελπίδα

Πόσες χιλιάδες, αμέτρητες λέξεις, ανούσιες, άσκοπες, τόσο φτωχές. Πως να αποδώσουν το συναίσθημα, το καρδιοχτύπι, εκείνο το σφίξιμο το οικεί...