Κάθε εικόνα λέει μια ιστορία.
Κάποιες φορές δεν μας αρέσει το τέλος της.
Κάποιες φορές δεν το καταλαβαίνουμε.
cheshire cat
Για πρώτη φορά την αφήνει ελεύθερη να χαρεί τη
πανσέληνο στο κήπο και ω τι χαρά, το ολόγιομο φεγγάρι φωτίζει τα πάντα.
Ματωμένο, ο λόγος που της εκπλήρωσε την επιθυμία της ήταν η πρώτη φορά που τόλμησε
να Του ζητήσει κάτι.
Καθισμένη ανάμεσα στα νυχτολούλουδα και τις τριανταφυλλιές ανακαλεί την έκφραση Του, το γέλιο Του από τη συζήτηση τους. «Θα μπορούσε αυτό το κορίτσι να ζητήσει την άδεια να Σας μιλήσει Αφέντη;», ήταν στη μεγάλη σάλα Μόνος και ως συνήθως κάπνιζε καθώς μελετούσε Απορροφημένος ένα βιβλίο. Χωρίς να τη κοιτάξει απλά ένευσε, πήρε μια βαθειά ανάσα και ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, ήρεμη Του εξομολογήθηκε το λόγο που παρουσιάστηκε μπροστά Του «Αυτό το κορίτσι Σας ευχαριστεί Αφέντη που της το Επιτρέπετε. Για πρώτη φορά ομολογεί πως επιθυμεί να Σας ζητήσει κάτι.» Ανασηκώνει το κεφάλι Του Ξαφνιασμένος « Όντως, αυτός λοιπόν είναι ο λόγος της παρουσίας της την ώρα που χαλαρώνω; Σ’ ακούω λοιπόν, τι θέλεις;!» Δαγκώνει τα χείλη της νευρικά τι σκεφτόταν η ανόητη. Τη κοιτάζει Γεμάτος περιέργεια απολαμβάνοντας την αμηχανία της κατά βάθος όμως απορεί πως ένα τόσο αντιδραστικό πλάσμα μπορεί να γίνεται με μεγάλη ευκολία ταπεινή, ευπρεπής. «Απόψε έχει πανσέληνο, το φεγγάρι θα είναι ματωμένο. Θα μπορούσε το κορίτσι αυτό να έχει τη χαρά να το απολαύσει;» Στρίβει ανάμεσα στα δάχτυλα Του άλλο ένα τσιγάρο, το ανάβει, παίρνει μια βαθειά τζούρα και ξεφυσώντας το καπνό «Μπορείς να πας. Έχεις την άδεια μου υπό ένα όρο όμως.» Χαμογελά χαρούμενη κρυμμένη κάτω από τα μακριά σγουρά μαλλιά της και νεύει απαλά «Αυτό το κορίτσι Σας ευχαριστεί Αφέντη και είναι πρόθυμο να εκτελέσει τον όρο Σας ότι και να είναι», της χαμογελά πονηρά, παιχνιδιάρικα, «Σ’ ένα ποτήρι θα χύσεις κάθε δάκρυ που θα ρίξεις και μια σταγόνα αίμα από όλα σου τα δάχτυλα τρυπημένα από τα αγκάθια ενός λευκού τριαντάφυλλου.»
Αναστενάζει και χαμογελά στο κενό, είναι ερωτευμένη μαζί Του και Εκείνος το γνωρίζει καλά. Καθώς στρέφεται προς τις τριανταφυλλιές αναζητά ένα λευκό. Έδωσε το λόγο της και Εκείνος τήρησε την επιθυμία της.
Καθώς το κόβει ήδη απρόσεχτη τρυπιέται και τελευταία στιγμή αφήνει τις σταγόνες αίματος να τρέξουν μέσα στο κρυστάλλινο ποτήρι.
Κοιτάζει το κατακόκκινο φεγγάρι καθώς αναζητά ένα λόγο να προσκαλέσει τα δάκρυα της.
Χαμογελά και νιώθει το πρόσωπο της να βρέχεται καθώς φέρνει το ποτήρι κοντά για να μη χαθεί ούτε στάλα. Όχι τέτοια δάκρυα δεν πρέπει ποτέ να χάνονται.
Σηκώνεται αργά ρευστή σαν τον αέρα και δίχως κανένα δισταγμό επιστρέφει κοντά Του με το δώρο της.
Ένα δώρο αγάπης.
Καθισμένη ανάμεσα στα νυχτολούλουδα και τις τριανταφυλλιές ανακαλεί την έκφραση Του, το γέλιο Του από τη συζήτηση τους. «Θα μπορούσε αυτό το κορίτσι να ζητήσει την άδεια να Σας μιλήσει Αφέντη;», ήταν στη μεγάλη σάλα Μόνος και ως συνήθως κάπνιζε καθώς μελετούσε Απορροφημένος ένα βιβλίο. Χωρίς να τη κοιτάξει απλά ένευσε, πήρε μια βαθειά ανάσα και ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, ήρεμη Του εξομολογήθηκε το λόγο που παρουσιάστηκε μπροστά Του «Αυτό το κορίτσι Σας ευχαριστεί Αφέντη που της το Επιτρέπετε. Για πρώτη φορά ομολογεί πως επιθυμεί να Σας ζητήσει κάτι.» Ανασηκώνει το κεφάλι Του Ξαφνιασμένος « Όντως, αυτός λοιπόν είναι ο λόγος της παρουσίας της την ώρα που χαλαρώνω; Σ’ ακούω λοιπόν, τι θέλεις;!» Δαγκώνει τα χείλη της νευρικά τι σκεφτόταν η ανόητη. Τη κοιτάζει Γεμάτος περιέργεια απολαμβάνοντας την αμηχανία της κατά βάθος όμως απορεί πως ένα τόσο αντιδραστικό πλάσμα μπορεί να γίνεται με μεγάλη ευκολία ταπεινή, ευπρεπής. «Απόψε έχει πανσέληνο, το φεγγάρι θα είναι ματωμένο. Θα μπορούσε το κορίτσι αυτό να έχει τη χαρά να το απολαύσει;» Στρίβει ανάμεσα στα δάχτυλα Του άλλο ένα τσιγάρο, το ανάβει, παίρνει μια βαθειά τζούρα και ξεφυσώντας το καπνό «Μπορείς να πας. Έχεις την άδεια μου υπό ένα όρο όμως.» Χαμογελά χαρούμενη κρυμμένη κάτω από τα μακριά σγουρά μαλλιά της και νεύει απαλά «Αυτό το κορίτσι Σας ευχαριστεί Αφέντη και είναι πρόθυμο να εκτελέσει τον όρο Σας ότι και να είναι», της χαμογελά πονηρά, παιχνιδιάρικα, «Σ’ ένα ποτήρι θα χύσεις κάθε δάκρυ που θα ρίξεις και μια σταγόνα αίμα από όλα σου τα δάχτυλα τρυπημένα από τα αγκάθια ενός λευκού τριαντάφυλλου.»
Αναστενάζει και χαμογελά στο κενό, είναι ερωτευμένη μαζί Του και Εκείνος το γνωρίζει καλά. Καθώς στρέφεται προς τις τριανταφυλλιές αναζητά ένα λευκό. Έδωσε το λόγο της και Εκείνος τήρησε την επιθυμία της.
Καθώς το κόβει ήδη απρόσεχτη τρυπιέται και τελευταία στιγμή αφήνει τις σταγόνες αίματος να τρέξουν μέσα στο κρυστάλλινο ποτήρι.
Κοιτάζει το κατακόκκινο φεγγάρι καθώς αναζητά ένα λόγο να προσκαλέσει τα δάκρυα της.
Χαμογελά και νιώθει το πρόσωπο της να βρέχεται καθώς φέρνει το ποτήρι κοντά για να μη χαθεί ούτε στάλα. Όχι τέτοια δάκρυα δεν πρέπει ποτέ να χάνονται.
Σηκώνεται αργά ρευστή σαν τον αέρα και δίχως κανένα δισταγμό επιστρέφει κοντά Του με το δώρο της.
Ένα δώρο αγάπης.
" Τι συμβαίνει; Είναι νομάδες;"
Προφυλαγμένος με το σαλβάρι του γελά " Όχι Αδερφέ μου, είναι σκλαβοπάζαρο. Εδώ θα βρεις τα πιο όμορφα λουλούδια της ερήμου. Κορίτσια άγρια και δροσερά, επικίνδυνα σαν τις αμμοθύελλες.
Ξεκινά το χάραμα και τελειώνει με τη δύση του ήλιου. Αλλά κουβαλάνε βάρος στις καρδιές τους.
Βλέπεις πόσο διαφορετικές είναι; Η καθεμιά τους έχει τα σημάδια της καταγωγής τους.
Συνήθως απαγάγονται όταν απομακρύνονται αναζητώντας νερό. Άλλες πιο άτυχες βλέπουν τους δικούς τους να σφαγιάζονται".
Παρατηρεί το σύντροφο του και νεύει
" Είναι ανθεκτικές, επιβιώνουν γιατί έτσι έχουν μάθει. Αλλά δύσκολα τις χωρίζεις αν είναι από την ίδια φυλή".
Ενώ προχωρούν οι δουλέμποροι τις σπρώχνουν και τις γδύνουν παρουσιάζοντας έτσι τη πραμάτεια τους.
Κάποια κορίτσια κλαίνε και κρατιούνται σφιχτά καθώς αγοράστηκε μόνο η μία. Καθώς ο ήλιος δύει, πέφτουν τα τελευταία δάκρυα και ένα σιωπηλό αντίο.
Αυτό όμως που κανένας δεν προσέχει είναι η κρυφή υπόσχεση να ανταμώσουν ξανά πάνω στη μητέρα που τους χάρισε πνοή.
Ένα απαλό χάδι για να κλέψουν μαζί τους μια χούφτα άμμο.
Προφυλαγμένος με το σαλβάρι του γελά " Όχι Αδερφέ μου, είναι σκλαβοπάζαρο. Εδώ θα βρεις τα πιο όμορφα λουλούδια της ερήμου. Κορίτσια άγρια και δροσερά, επικίνδυνα σαν τις αμμοθύελλες.
Ξεκινά το χάραμα και τελειώνει με τη δύση του ήλιου. Αλλά κουβαλάνε βάρος στις καρδιές τους.
Βλέπεις πόσο διαφορετικές είναι; Η καθεμιά τους έχει τα σημάδια της καταγωγής τους.
Συνήθως απαγάγονται όταν απομακρύνονται αναζητώντας νερό. Άλλες πιο άτυχες βλέπουν τους δικούς τους να σφαγιάζονται".
Παρατηρεί το σύντροφο του και νεύει
" Είναι ανθεκτικές, επιβιώνουν γιατί έτσι έχουν μάθει. Αλλά δύσκολα τις χωρίζεις αν είναι από την ίδια φυλή".
Ενώ προχωρούν οι δουλέμποροι τις σπρώχνουν και τις γδύνουν παρουσιάζοντας έτσι τη πραμάτεια τους.
Κάποια κορίτσια κλαίνε και κρατιούνται σφιχτά καθώς αγοράστηκε μόνο η μία. Καθώς ο ήλιος δύει, πέφτουν τα τελευταία δάκρυα και ένα σιωπηλό αντίο.
Αυτό όμως που κανένας δεν προσέχει είναι η κρυφή υπόσχεση να ανταμώσουν ξανά πάνω στη μητέρα που τους χάρισε πνοή.
Ένα απαλό χάδι για να κλέψουν μαζί τους μια χούφτα άμμο.
Τα κόκκινα πέπλα της χορεύουν καθώς περπατά. Το λίκνισμα της αμυδρό σχεδόν γλιστρά σαν νερό.
Σίγουρη, αδίστακτη, το βλέμμα της χαμηλό δείχνει πως οι σκέψεις της είναι μακριά σε ένα άλλο τόπο, σε διαφορετικό χρόνο.
Δεν προσκυνά, είναι περήφανη, είναι μια γυναίκα που καλέστηκε να σαγηνεύσει.
Δεν προσκυνά, είναι περήφανη, είναι μια γυναίκα που καλέστηκε να σαγηνεύσει.
Είναι μακριά από όλους. Είναι εκεί, στο μόνο μέρος που χορεύει ελεύθερη.
Στο υποσχέθηκα πως η βροχή και οι άνεμοι θα με οδηγούν πάντα σε Εσένα.
Τα
δικά Σου εμβλήματα είναι το μονοπάτι μου και είναι πορφυρό και είναι
αίμα. Κι εγώ με όλη μου τη περηφάνια και το πνεύμα μου άγριο και
αδάμαστο θα Σε ακολουθώ. Τα δικά Σου εμβλήματα θα τιμάω γιατί είναι και
δικά μου. Γιατί είσαι Πολεμιστής κι εγώ δική Σου. Γιατί είσαι Κατακτητής κι εγώ υπέκυψα.
Τα αδέρφια μου οι άνεμοι και η βροχή πάντα θα μου δείχνουν το δρόμο να φτάσω σ' Εσένα γιατί το σπίτι μου είναι στο πλευρό Σου.
Για όσο με ποθείς Πολεμιστή εγώ θα τιμώ τα εμβλήματα Σου και είναι πορφυρά και είναι το αίμα στις φλέβες μου που κυλά για να μένω ζωντανή.
Σου προσφέρω ότι έχω Πολεμιστή κι αυτό είναι εγώ.
Η ελπίδα μου να είμαι αρκετή λάμπει στα μάτια μου μα δεν θα τα δεις ποτέ.
Γιατί είμαι μια kajira Πολεμιστή και αν με επιθυμείς είμαι δική Σου με υπερηφάνεια και χαρά. Και πάντα θα βαδίζω στο μονοπάτι Σου που είναι πορφυρό και είναι η κάστα Σου.
Θες να τη δεις να τσακίζεται, να χάνει κάθε ίχνος εγωισμού και υπερηφάνειας;
Να σβήνει από το βλέμμα της η δύναμη και η αλαζονεία;
Γδύσε τη τότε και βάλε τη γονατισμένη μπροστά σ' ένα καθρέφτη.
Να είσαι αυστηρός και άχρωμος και απλά πες της πως αυτό θέλεις, να κοιταχτεί όπως είναι γονατισμένη στο πάτωμα.
Στο εγγυώμαι πως γρήγορα θα αντιληφθεί την αλλαγή μέσα της, θα κλάψει, θα φωνάξει, θα απειλήσει, θα σε ικετέψει να την απαλλάξεις απ' αυτό τον εφιάλτη, αν τη θες πραγματικά μην υποκύψεις.
Στο τέλος θα το αποδεχτεί και θα παραδοθεί από μόνη της, θα σε ευγνωμονεί γι' αυτό το δώρο γιατί της προσφέρεις ένα πραγματικό δώρο.
Να σβήνει από το βλέμμα της η δύναμη και η αλαζονεία;
Γδύσε τη τότε και βάλε τη γονατισμένη μπροστά σ' ένα καθρέφτη.
Να είσαι αυστηρός και άχρωμος και απλά πες της πως αυτό θέλεις, να κοιταχτεί όπως είναι γονατισμένη στο πάτωμα.
Στο εγγυώμαι πως γρήγορα θα αντιληφθεί την αλλαγή μέσα της, θα κλάψει, θα φωνάξει, θα απειλήσει, θα σε ικετέψει να την απαλλάξεις απ' αυτό τον εφιάλτη, αν τη θες πραγματικά μην υποκύψεις.
Στο τέλος θα το αποδεχτεί και θα παραδοθεί από μόνη της, θα σε ευγνωμονεί γι' αυτό το δώρο γιατί της προσφέρεις ένα πραγματικό δώρο.
Ένα αγρίμι, ένα πλάσμα γεννημένο μέσα στη σκληρή κι αδυσώπητη έρημο.
Όμως μέσα στο αίμα της κυλά η άμμος, το κορμί της υπακούει στους άγριους ανέμους που τη καθοδηγούν. Τα μάτια της τόσο σκοτεινά και άγρια. Μαζεμένη σαν ένα φοβισμένο ζώο, δεν δίνει σημασία στο ύφασμα που της αφήνει.
Το βλέμμα της ακολουθεί τις κινήσεις Του αναζητώντας μια ευκαιρία, μια στιγμή αδυναμίας αρκεί. Γιατί είναι παιδί της ερήμου.
Όλα
ξεκίνησαν όταν για πρώτη φόρα θα συνόδευε τους άντρες της φυλής της στη μεγάλη
όαση. Ήταν καιρός πια να ακολουθεί το πατέρα της σ’ αυτές τις εξορμήσεις. Οι
μεγάλες της αδερφές είχαν πλέον τις δικές τους οικογένειες και η μητέρα της
έπρεπε να βοηθά τις νέες μητέρες. Ενθουσιασμένη τυλίγεται με τα βαριά της πέπλα
φτιαγμένα να τη κρατάνε δροσερή και να εμποδίζουν την άμμο να τα διαπερνά. Ο
πατέρας κούνησε το κεφάλι του και ξεφύσησε «Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν έκανα
καλά που σε μεγάλωσα σαν γιο κόρη μου. Όμως στιγμές σαν αυτές απολαμβάνω που
βλέπω πως μέσα σου η φλόγα της γυναίκας καίει δυνατά». Τον κοιτάζει γεμάτη
αγάπη γνωρίζοντας καλά με πόση σκέψη και καρδιά πήρε μια τέτοια απόφαση.
«Κάνατε αυτό που διέταξε η λογική σας καθώς η κόρη σας από τις τέσσερις έχει τη
καρδιά ενός sleen και το πείσμα των kailla. Ο μοναδικός γιος σας ακόμα
περπατά στα τέσσερα. Πατέρα η κόρη σας νιώθει τιμή και υπερηφάνεια για το δώρο
σας.» Του χαρίζει χωρίς να το ξέρει ακόμα το τελευταίο της χαμόγελο πριν
σκεπάσει το πρόσωπο της και χαθούν τα μάτια της, σκοτεινά σαν το κορμό των
φοινίκων. Ήταν μια κυνηγός, η μόνη γυναίκα ανάμεσα τους. Όμως με πείσμα και
υπομονή κέρδισε το σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων στα κυνήγια τους και πολλές
φορές και τις ζωές τους. Ήταν η πιο ατίθαση και αυτό την έκανε τόσο καλή. Όμως
φρόντιζε να μη ξεχνά τη θέση της και πάντα όταν έδυε ο ήλιος άφηνε στην άκρη,
στις σκιές εκείνο το άγριο κορίτσι και μεταμορφωνόταν στη γυναίκα που όφειλε να
τους φροντίζει και να τους διασκεδάζει καθώς ξεκουράζονταν γύρω από τη φωτιά.
Έτσι είχε αποχτήσει και το όνομα της.
Καθώς φορτώνει και τα τελευταία σακιά με προμήθειες πάνω στο kailla του πατέρα της, κρυφά του δίνει μια χούφτα αλάτι. Ήταν σαν ένα, μεγάλωσαν μαζί και ήταν η μόνη που τον πλησίαζε. Γυρίζει και κοιτάζει αν όλοι είναι έτοιμοι.
Ο πατέρας τον καβαλά και καθώς της δίνει το χέρι του με ένα σάλτο κάθεται πίσω του. Η διαδρομή ήταν ευχάριστη, όλοι σφύριζαν και τραγουδούσαν δυνατά ανιχνεύοντας τα σημάδια των άλλων φυλών. Είναι ένα κορίτσι των Τι, ένα παιδί της ερήμου κι εκείνη όπως όλοι όσοι έχουν κερδίσει τη πνοή τους από τη Ταχάρι.
Καθώς φορτώνει και τα τελευταία σακιά με προμήθειες πάνω στο kailla του πατέρα της, κρυφά του δίνει μια χούφτα αλάτι. Ήταν σαν ένα, μεγάλωσαν μαζί και ήταν η μόνη που τον πλησίαζε. Γυρίζει και κοιτάζει αν όλοι είναι έτοιμοι.
Ο πατέρας τον καβαλά και καθώς της δίνει το χέρι του με ένα σάλτο κάθεται πίσω του. Η διαδρομή ήταν ευχάριστη, όλοι σφύριζαν και τραγουδούσαν δυνατά ανιχνεύοντας τα σημάδια των άλλων φυλών. Είναι ένα κορίτσι των Τι, ένα παιδί της ερήμου κι εκείνη όπως όλοι όσοι έχουν κερδίσει τη πνοή τους από τη Ταχάρι.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου