Κάποτε μεγάλωσα ακούγοντας συνέχεια το όνομα μου.. όχι
υποκοριστικά.
Άλλαζαν το νόημα του.
Μπορώ όμως να πω με σιγουριά πως απλά το όνομα μου αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου στην εκκλησία δεν έχει νόημα είναι κούφιο.. μια συνήθεια...
Παρ’ όλα αυτά μάλωνα, διαφωνούσα, εκνευριζόμουν όταν το χάλαγαν.
Τους διόρθωνα δεν είναι αυτό που μου χάρισαν κι ας μη με ευχαριστεί. Κι ας με οργίζει ο λόγος που μου το χάρισαν. Μα όταν με ρωτάνε κολλάω. Ξεκινάω με λένε... και ακούω τις λέξεις να βγαίνουν με το ζόρι σαν να προσπαθώ να αποφύγω να κάνω εμετό.
Μα μου μένει η στυφή γεύση. Γιατί ακούγεται τόσο λάθος;! Δοκιμάζω ξανά, με λένε… όχι, ακούω μια φωνή μέσα μου γεμάτη θυμό. Όχι ουρλιάζει σπαρακτικά. Δεν με λένε έτσι.
Αυτό το όνομα δεν με ρώτησε κανείς αν το θεωρώ δικό μου! Δεν είναι αυτό!
Χαμογελάω αμήχανη προσπαθώντας να καταλάβω αν την ακούν και άλλοι.
Όμως τα ψεύτικα πρόσωπα γύρω μου το δέχονται. Με βλέπουν τυχαία και τους ακούω να καλούν κάποιον. Δεν γυρνάω ποτέ επειδή καταλαβαίνω. Γυρνάω από περιέργεια να δω ποιος μπορεί να είναι.
Αφηρημένη τότε το αντιλαμβάνομαι, εμένα αναζητούν. Η φωνή εκείνη η κρυφή προσπαθεί να ξεγλιστρήσει και να τους διορθώσει, με λένε…
Τη μαζεύω και τη μαλώνω σαν να είναι ένα μικρό παιδί. Δεν είναι κατάλληλοι να καταλάβουν ακούς; Μη προδίδεσαι σε ανθρώπους που αρκούνται σ’ ένα όνομα που κανείς δεν ρώτησε αν το νιώθουμε δικό μας.
Με δάκρυα με ικετεύει να βρω ένα μέρος, κάπου που μπορεί να ξεστομίσει με λένε…
Χαρίζω λοιπόν σαν δώρο μέσω της ανωνυμίας και τη προσκαλώ να μιλήσει ελεύθερα.
Τη παρακολουθώ παράμερα να γελά και να λέει με χαρά με λένε…
Μια μέρα όμως ήρθε Εκείνος. Ένας Αλλιώτικος από τους άλλους.
Εγώ το ένιωσα, εκείνη όχι.
Τρέχει κοντά Του και με ένα αθώο χαμόγελο Του παρουσιάζεται… με λένε… Της χαρίζει ένα κοφτό γέλιο και στρέφεται σ’ εμένα. Γιατί την αφήνεις να λέει ψέματα;
Παγώνω καθώς είχα ξεχαστεί ανάμεσα στις σκιές να μη με βλέπει κανείς. Αυτός ο κόσμος ήταν για εκείνη.
Τη βλέπω μουτρώνει και κατεβάζει το κεφάλι. Προσπαθεί άλλη μια φορά, με λένε… Της κάνει νεύμα να πάψει και να αλλάξει θέση μ’ εμένα.
Καθώς προχωράω δειλά περνά από δίπλα μου. Την ακούω να γελά παιχνιδιάρικα και να μου ψιθυρίζει τέρμα το κρυφτό.
Στέκομαι μπροστά Του μπερδεμένη. Νιώθω τα μάτια Του να τρέχουν πάνω μου καυτά και παγωμένα συγχρόνως. Ακούω τη φωνή Του σαν να βγαίνει από πηγάδι να με ρωτά.. Ανασηκώνω τους ώμους αδιάφορα. Δεν έχω όνομα.
Έχω μόνο ότι μου χάρισαν χωρίς να το θέλουν οι ίδιοι και ότι είχε επιλέξει εκείνη.
Γελά δυνατά, νιώθω τα πάντα να είναι έτοιμα να καταρρεύσουν.
Με κοιτάζει βαθειά στα μάτια, έχεις όνομα απλά δεν το έχεις ανακαλύψει ακόμα.
Προβληματίζομαι κουνάω το κεφάλι μου σκεφτική μα τίποτα, άδειο. Δεν έχω όνομα. Επαναλαμβάνω το ποιηματάκι που έχω αποστηθίσει σαν προσευχή.
Το γαλήνιο πρόσωπο Του σκοτεινιάζει. Σιωπηλός περιμένει να ανακαλύψω μόνη μου την αλήθεια. Του κάνω τη χάρη σίγουρη πως θα αποτύχει η απόπειρα μου και ίσως τότε με αφήσει ήσυχη ανάμεσα στις σκιές.
Γλύφω τα χείλη για να γλιστρήσει πιο εύκολα. Με λένε… με χτυπά δυνατά σαν χαστούκι.
Μου κόβει την ανάσα σαν γροθιά στο στομάχι. Με ρίχνει στο πάτωμα σαν να με πατά. Προσπαθώ να το αρνηθώ. Δοκιμάζω ξανά σίγουρη πως έγινε κάποιο λάθος.
Με λένε… Κρακ!
Καλώς όρισες πρώτο ράγισμα. Πάμε άλλη μια. Με λένε.. Πνίγομαι από τους λυγμούς μου. Προσπαθώ να αρνηθώ την αλήθεια που με περιγελά.
Με σηκώνει και με κοιτάζει με υπερηφάνεια λες και κέρδισα το χρυσό μετάλλιο.
Μια ακόμα φορά για Εμένα μόνο.
Με λένε…
Άλλαζαν το νόημα του.
Μπορώ όμως να πω με σιγουριά πως απλά το όνομα μου αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου στην εκκλησία δεν έχει νόημα είναι κούφιο.. μια συνήθεια...
Παρ’ όλα αυτά μάλωνα, διαφωνούσα, εκνευριζόμουν όταν το χάλαγαν.
Τους διόρθωνα δεν είναι αυτό που μου χάρισαν κι ας μη με ευχαριστεί. Κι ας με οργίζει ο λόγος που μου το χάρισαν. Μα όταν με ρωτάνε κολλάω. Ξεκινάω με λένε... και ακούω τις λέξεις να βγαίνουν με το ζόρι σαν να προσπαθώ να αποφύγω να κάνω εμετό.
Μα μου μένει η στυφή γεύση. Γιατί ακούγεται τόσο λάθος;! Δοκιμάζω ξανά, με λένε… όχι, ακούω μια φωνή μέσα μου γεμάτη θυμό. Όχι ουρλιάζει σπαρακτικά. Δεν με λένε έτσι.
Αυτό το όνομα δεν με ρώτησε κανείς αν το θεωρώ δικό μου! Δεν είναι αυτό!
Χαμογελάω αμήχανη προσπαθώντας να καταλάβω αν την ακούν και άλλοι.
Όμως τα ψεύτικα πρόσωπα γύρω μου το δέχονται. Με βλέπουν τυχαία και τους ακούω να καλούν κάποιον. Δεν γυρνάω ποτέ επειδή καταλαβαίνω. Γυρνάω από περιέργεια να δω ποιος μπορεί να είναι.
Αφηρημένη τότε το αντιλαμβάνομαι, εμένα αναζητούν. Η φωνή εκείνη η κρυφή προσπαθεί να ξεγλιστρήσει και να τους διορθώσει, με λένε…
Τη μαζεύω και τη μαλώνω σαν να είναι ένα μικρό παιδί. Δεν είναι κατάλληλοι να καταλάβουν ακούς; Μη προδίδεσαι σε ανθρώπους που αρκούνται σ’ ένα όνομα που κανείς δεν ρώτησε αν το νιώθουμε δικό μας.
Με δάκρυα με ικετεύει να βρω ένα μέρος, κάπου που μπορεί να ξεστομίσει με λένε…
Χαρίζω λοιπόν σαν δώρο μέσω της ανωνυμίας και τη προσκαλώ να μιλήσει ελεύθερα.
Τη παρακολουθώ παράμερα να γελά και να λέει με χαρά με λένε…
Μια μέρα όμως ήρθε Εκείνος. Ένας Αλλιώτικος από τους άλλους.
Εγώ το ένιωσα, εκείνη όχι.
Τρέχει κοντά Του και με ένα αθώο χαμόγελο Του παρουσιάζεται… με λένε… Της χαρίζει ένα κοφτό γέλιο και στρέφεται σ’ εμένα. Γιατί την αφήνεις να λέει ψέματα;
Παγώνω καθώς είχα ξεχαστεί ανάμεσα στις σκιές να μη με βλέπει κανείς. Αυτός ο κόσμος ήταν για εκείνη.
Τη βλέπω μουτρώνει και κατεβάζει το κεφάλι. Προσπαθεί άλλη μια φορά, με λένε… Της κάνει νεύμα να πάψει και να αλλάξει θέση μ’ εμένα.
Καθώς προχωράω δειλά περνά από δίπλα μου. Την ακούω να γελά παιχνιδιάρικα και να μου ψιθυρίζει τέρμα το κρυφτό.
Στέκομαι μπροστά Του μπερδεμένη. Νιώθω τα μάτια Του να τρέχουν πάνω μου καυτά και παγωμένα συγχρόνως. Ακούω τη φωνή Του σαν να βγαίνει από πηγάδι να με ρωτά.. Ανασηκώνω τους ώμους αδιάφορα. Δεν έχω όνομα.
Έχω μόνο ότι μου χάρισαν χωρίς να το θέλουν οι ίδιοι και ότι είχε επιλέξει εκείνη.
Γελά δυνατά, νιώθω τα πάντα να είναι έτοιμα να καταρρεύσουν.
Με κοιτάζει βαθειά στα μάτια, έχεις όνομα απλά δεν το έχεις ανακαλύψει ακόμα.
Προβληματίζομαι κουνάω το κεφάλι μου σκεφτική μα τίποτα, άδειο. Δεν έχω όνομα. Επαναλαμβάνω το ποιηματάκι που έχω αποστηθίσει σαν προσευχή.
Το γαλήνιο πρόσωπο Του σκοτεινιάζει. Σιωπηλός περιμένει να ανακαλύψω μόνη μου την αλήθεια. Του κάνω τη χάρη σίγουρη πως θα αποτύχει η απόπειρα μου και ίσως τότε με αφήσει ήσυχη ανάμεσα στις σκιές.
Γλύφω τα χείλη για να γλιστρήσει πιο εύκολα. Με λένε… με χτυπά δυνατά σαν χαστούκι.
Μου κόβει την ανάσα σαν γροθιά στο στομάχι. Με ρίχνει στο πάτωμα σαν να με πατά. Προσπαθώ να το αρνηθώ. Δοκιμάζω ξανά σίγουρη πως έγινε κάποιο λάθος.
Με λένε… Κρακ!
Καλώς όρισες πρώτο ράγισμα. Πάμε άλλη μια. Με λένε.. Πνίγομαι από τους λυγμούς μου. Προσπαθώ να αρνηθώ την αλήθεια που με περιγελά.
Με σηκώνει και με κοιτάζει με υπερηφάνεια λες και κέρδισα το χρυσό μετάλλιο.
Μια ακόμα φορά για Εμένα μόνο.
Με λένε…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου